Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

"Συνθηματολογία VI"

Συνθηματολογία VI

Επιστήμη παρατήρησης και αποτύπωσης

Φώτο 7. Σοβιετικός στρατιώτης γράφει το όνομά του στους τοίχους του Ράιχσταγκ

Η Συνθηματολογία VI έχει θέμα μια ιδιαίτερη (και μαζική) συνθηματογράφηση, αυτή στους τοίχους του Ράιχσταγκ, τον Μάη του 1945. Τα συνθήματα αυτά είναι ίσως και τα παλιότερα συνθήματα με μπογιά, κάρβουνα, χαρακιές από μαχαίρια, που διατηρούνται μέχρι σήμερα, έστω και εν μέρει. Το κτήριο στο οποίο γράφτηκαν είχε αποκτήσει ιδιαίτερο συμβολισμό κατά τη διάρκεια της μάχης του Βερολίνου. Ήταν η καρδιά του θηρίου, άσχετα αν δεν χρησιμοποιούνταν από το 1933 μετά την γνωστή  πυρκαγιά-προβοκάτσια της Γκεσταπό. Αποτελούσε επίσης κατά κάποιο τρόπο το τρόπαιο του λαού που έχυσε το περισσότερο αίμα και γνώρισε τις μεγαλύτερες καταστροφές κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η κατάληψή του σήμαινε βασικά το τέλος της φρίκης του  μεγαλύτερου πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα, το οποίο έπρεπε και αυτό να μείνει στην ιστορία, σαν λύτρωση και σαν υπόσχεση για το μέλλον, με έναν συμβολισμό αξέχαστο. Για τον λόγο αυτό ο Ερυθρός Στρατός, σύμφωνα με τις διαταγές που έλαβε από την ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος, αποφάσισε να το καταλάβει με έφοδο και όχι να ζητήσει παράδοση ή να το ισοπεδώσει. Και, πράγματι, ο συμβολισμός δεν μπορούσε να είναι άλλος από την ύψωση της κόκκινης σημαίας με το σφυροδρέπανο, στο σημαντικότερο κτήριο της Γερμανίας στο Βερολίνο, την πόλη-κέντρο της Ευρώπης, δηλαδή ο συμβολισμός του θριάμβου του σοσιαλισμού πάνω στο φασισμό-ιμπεριαλισμό, την αυγή της νέας εποχής που αρχίζει πάνω στα χαλάσματα της παλιάς. Τα νοήματα αυτά αποτυπώθηκαν στη διάσημη φωτογραφία που τράβηξε ο σοβιετικός (και εβραίος στην καταγωγή-μια ειρωνεία για το ναζισμό) φωτογράφος Γεβγιένυ Χαλντέι, και αποτελεί μια από τις μια από τις πιο αναγνωρίσιμες του κόσμου.

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Ένα αθώο παιδικό τραγούδι

Στου Μανώλη την ταβέρνα...



Στου Mανώλη την ταβέρνα
έπεσε µια ντουφεκιά
και ανοίξαν τα βαρέλια
και χυθήκαν τα κρασιά
E ρε, τζουµ 31
E ρε, τζουµ 32
E ρε, τζουµ 33 και µισό

Kι η Mανώλαινα φωνάζει
Πωπωπώ, τι συµφορά
που ανοίξαν τα βαρέλια
και χυθήκαν τα κρασιά
E ρε, τζουµ 31
E ρε, τζουµ 32
E ρε, τζουµ 33 και µισό

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Ο χρόνος που (δεν) τρέχει

Ο χρόνος που (δεν) τρέχει

διήγημα


(συνέχεια από το προηγούμενο)

Ο καφετζής καθάρισε τον πάγκο από τα ψίχουλα και τα νερά, άνοιξε το ταμείο, έβγαλε και μέτρησε τα χαρτονομίσματα, κοίταξε για λίγο στο πουθενά και τα έχωσε γρήγορα στην τσέπη του. Κατευθύνθηκε στον ηλεκτρικό πίνακα του μαγαζιού και άρχισε να κατεβάζει μια μια τις ασφάλειες των φώτων. Οι λάμπες σβήσανε, και το μαγαζί δεχόμενο πια μόνο το φως του εξωτερικού στύλου της ΔΕΗ πήρε ξάφνου όλες τις αποχρώσεις του γκρί μέχρι το μαύρο. Έριξε μια τελευταία ματιά γύρω του. Καμία εκκρεμότητα, όλα εντάξει.