Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

"Βρετανικό Δημοψήφισμα: Πότε, τι, πως και γιατί."

Βρετανικό Δημοψήφισμα: Τι, πότε, πως και γιατί.

Το αυριανό βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιούνη 2016 αποτελεί αναμφίβολα ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός και δεν είναι τυχαίος ο χρόνος που αφιερώνεται στα ΜΜΕ παγκοσμίως για την ανάλυσή του. Όμως ποιά ανάλυση; Οι περισσότερες αποτελούν μια πλειοδοσία των συνεπειών ενός «μπρέξιτ» στο ΑΕΠ, στο εμπορικό ισοζύγιο, στην στερλίνα, κατά πως το αντιλαμβάνεται ένας γραφειοκράτης οικονομολόγος, και είναι προφανής η σκοπιμότητά τους. Οι υπόλοιπες απομονώνουν τον ξενοφοβικό, ρατσιστικό λόγο του Νάιτζελ Φάρατζ, ορισμένες-λιγότερες-κάτι ψελλίζουν για τη Γερμανία και την κατάσταση που επικρατεί στην Ευρώπη, ενώ υπάρχουν και αυτές που βλέπουν απλά ένα κερδοσκοπικό παιχνίδι του βρετανικού χρηματιστηρίου. Η κάθε μια χωριστά συσκοτίζει, παρά προσεγγίζει, την πολιτική ουσία του πράγματος, η οποία είναι σύνθεση πολλών παραμέτρων, όπως θα δούμε, όχι όμως και της ίδιας βαρύτητας.

Οι πολιτικοί ελιγμοί που οδήγησαν στο δημοψήφισμα

Το δημοψήφισμα ξεκίνησε ως προεκλογική διακήρυξη του Τζέημς Κάμερον ενόψει των εκλογών του Μαΐου του 2015. Το αγγλικό κεφάλαιο βλέποντας τους Γερμανούς να έχουν πλέον αποκτήσει τον πρώτο λόγο στην οικονομική και πολιτική λειτουργία της Ευρώπης, αποφάσισε να επαναδιαπραγματευτεί τη σχέση του με την ΕΕ με δυο ενέργειες: Τη διαπραγμάτευση για την επίτευξη μιας χωριστής συμφωνίας που θα ρυθμίζει τις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις μεταξύ ΕΕ και Βρετανίας και στη συνέχεια τη διενέργεια αργότερα δημοψηφίσματος για την παραμονή ή όχι της χώρας στην ΕΕ, εν είδει επικύρωσης της συμφωνίας από τον αγγλικό λαό, αλλά στην πραγματικότητα ως ύστατος εκβιασμός στην περίπτωση που η συμφωνία δεν κατέληγε ευνοϊκά.
Η κεντρική επιδίωξη της Αγγλίας, η οποία δεν είναι στην ευρωζώνη, ήταν να σταματήσει η ΕΕ να καθορίζει την δημοσιονομική πολιτική των χωρών που βρίσκονται εκτός Ευρώ, αλλά εντός ΕΕ.
Από κει και πέρα, η διαπραγμάτευση θα είχε και στόχο να περιορίσει την εξουσία που έχει η ΕΕ (δηλαδή η Γερμανία κατά κύριο λόγο) να δεσμεύει με τις αποφάσεις της τα εθνικά κοινοβούλια (όχι μόνο το αγγλικό), αλλά και το αντίστροφο: τα κράτη-μέλη να έχουν την δυνατότητα να μπλοκάρουν μη επιθυμητές ντιρεκτίβες της Κομισιόν. Επιπροσθέτως , τέθηκαν και αιτήματα για τον περιορισμό των μεταναστών (Ευρωπαίων και μη) ή για την εμπλοκή του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου στα δικονομικά της Αγγλίας.
Με λίγα λόγια, η Μεγάλη Βρετανία επαναδιαπραγματευόταν την ειδική σχέση που πάντα είχε και έχει με την ΕΟΚ-ΕΕ, μπροστά στο ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο που έχει επιβάλλει η Γερμανία, η οποία κινείται όλο και πιο επιθετικά.
Οι διαπραγματεύσεις δεν απέδωσαν για την Βρεταννία, και ήδη κατά τη διάρκειά τους, η βρετανική κυβέρνηση άρχισε να το προετοιμάζει.

Η διαμόρφωση της ειδικής σχέσης ΕΕ-Μεγάλης Βρετανίας


Η Αγγλία βγήκε κατα μία έννοια χαμένη από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Υποβιβάστηκε σε ιμπεριαλιστή δεύτερης κατηγορίας. Τον πρώτο ρόλο τον παίζανε οι Αμερικάνοι στο Δυτικό Στρατόπεδο. Ένα-ένα τα γεγονότα άρχισαν να επιβεβαιώνουν την σκληρή νέα πολιτική πραγματικότητα που η εγγλέζικη άρχουσα τάξη προσπαθούσε να μην βλέπει. Στην Ελλάδα οι Εγγλέζοι δηλώνουν αδυναμία να συνδράμουν το αντικομμουνιστικό στρατόπεδο και αντικαθίστανται από τους Αμερικάνους. Χώρες της κεντρικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης που είχαν στη σφαίρα επιρροής τους προπολεμικά, όπως η Γιουγκοσλαβία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, πέρασαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Η Ινδία, η σημαντικότερη αποικία τους, ανεξαρτητοποιήθηκε το 1948, μαζί με μια σειρά άλλες αποικίες και προτεκτοράτα στην Αφρική και την Ασία, διαδικασία που κράτησε μέχρι το 1960. Στον άλλο παραδοσιακό χώρο δραστηριοποίησής τους, στην Μέση Ανατολή, κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ το 1956, οι ΗΠΑ ξέκοψαν (απειλώντας με κατάρρευση την αγγλική οικονομία) σε Εγγλέζους και Γάλλους ότι δεν υπάρχουν περιθώρια άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής, χωρίς συνεννόηση με αυτούς.
Ο Ντε Γκωλ εμποδίζει την ένταξη της Αγγλίας
Η κρίση του Σουέζ ήταν ένα τεράστιο φιάσκο. Από τότε, η πολιτική κατεύθυνση της Αγγλίας άλλαξε, προς μια ρεαλιστικότερη προσέγγιση των δυνατοτήτων της και αναγκαστικά σε συνεργασία με τους Γαλλογερμανούς, και το κυριότερο, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Σε συνδυασμό και με αμερικάνικες πιέσεις, ο τότε πρωθυπουργός Άντονυ Ήντεν παρέδωσε τη θέση του στον επίσης συντηρητικό Χάρολντ ΜακΜίλλαν, ο οποίος προσπάθησε να βάλει την Αγγλία στην ΕΟΚ, διατηρώντας την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ ανέλαβαν να ασκήσουν πίεση να γίνει δεκτή η Μεγάλη Βρεταννία στην ΕΟΚ, ώστε να επιτύχουν αφενός την ισχυροποίηση του οργανισμού, που σε συνδυασμό με την ίδρυση του ΝΑΤΟ παρείχε τις προϋποθέσεις για την οικονομική ανασυγκρότηση των δυτικοευρωπαϊκών αστικών τάξεων, για την ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής, αλλά και για την αποτροπή εσωτερικών «πολιτικών ατυχημάτων», και αφετέρου τον καλύτερο έλεγχο του Γαλλογερμανικού άξονα που τότε διαμορφωνόταν. Η προσπάθεια της Αγγλίας για ένταξη στην ΕΟΚ συνάντησε αρχικά την άρνηση της Γαλλίας του Ντε Γκώλ, ο οποίος την απέρριψε δυο φορές, το 1963 και το 1967 με το αιτιολογικό ότι πίσω της είναι η Αμερική, όμως το 1973 τελικά εισήλθε.
Η Αγγλία στα πλαίσια της ΕΟΚ, και αργότερα της ΕΕ, ακολούθησε σε πολλά θέματα αυτόνομη πολιτική, ειδικά σε ότι έχει να κάνει με την οικονομία και τη διεθνή πολιτική. Δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού αποτελούν η άρνησή της να ενταχθεί στην Ευρωζώνη και η συμμετοχή της στην εισβολή στο Ιράκ το 2003, την ίδια ώρα που επίσημα και ανεπίσημα, οι δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις την καταδίκαζαν. 

«Μέσα και έξω από την ΕΕ»


Η Αγγλία βλέπει τα συμφέροντά της διεσπαρμένα σε όλον τον κόσμο, κυριολεκτικά. Οι αγορές στις οποίες απευθύνονται τα βιομηχανικά της προϊόντα επικεντρώνονται στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, και λιγότερο στην ΕΕ. Ο Κάμερον, για να στηρίξει το «ρημέιν» δήλωσε ότι το 40% των εξαγωγών πάει προς τις χώρες της ΕΕ, σε αντίθεση με το 8% των εισαγωγών που έρχεται απ’ αυτές.
Αυτά τα οικονομικά δεδομένα δεν ίσχυαν πριν τριάντα χρόνια. Από την περίοδο της Θάτσερ (1979-1990) και του Μέητζορ (1990-1997) , αλλά ειδικά κατά την περίοδο της διακυβέρνησης των Νέων Εργατικών (New Labour) του Τόνυ Μπλαίρ, η οικονομική πολιτική της χώρας άρχισε να προσανατολίζεται στην υποβάθμιση του δευτερογενούς τομέα (της βιομηχανικής παραγωγής) και στη γιγάντωση του τριτογενούς, ειδικότερα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, των αγοραπωλησιών ακινήτων (real estate) και της παροχής υπηρεσιών γενικότερα. Η πορεία αυτή ακολουθείται μέχρι σήμερα. Η εξέλιξη αυτή ήταν η προσπάθεια απάντησης του αγγλικού κεφαλαίου στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση και στην κατάρρευση των προσδοκιών για το άνοιγμα των αγορών μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Πράγματι, στις νέες αγορές της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης εισήλθαν δυναμικά οι ΗΠΑ και η Γερμανία, και όχι η Αγγλία, ενώ στην Ασία που αφέθηκε κάποιος χώρος από τους Αμερικάνους, η κατάσταση ήταν εξαιρετικά προβληματική, λόγω των συνεχιζόμενων μέχρι σήμερα συγκρούσεων. Εντωμεταξύ επανεμφανίζεται η Ρωσσία και δυναμικό ρόλο αποκτά και η βιομηχανική Κίνα, η οποία μάλιστα κλείνει μεγάλες εμπορικές συμφωνίες με χώρες που παραδοσιακά ανήκαν στη σφαίρα της Αγγλίας.
Το μεγάλο όμως χτύπημα δόθηκε με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, στην οποία η Αγγλία είδε να πλήττονται πρώτα και κύρια οι τομείς που ανέπτυσσε. Σαν συνέπεια αυτού, η Αγγλία συνδέθηκε ακόμα περισσότερο με την Ε.Ε ώστε να εξασφαλίσει τη χρηματοδότησή της, τις αναγκαίες δηλαδή πιστώσεις για την αναζωογόνηση της οικονομίας και τη διατήρηση του ρόλου που ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός είχε διεθνώς. Τα αποτελέσματα δεν ήταν τα προσδοκούμενα.
Από την άλλη μεριά, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ακολουθήθηκαν, διάλυσης του κοινωνικού κράτους, υποβάθμισης της εργατικής δύναμης, περικοπής μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων, πολιτικές στις οποίες ασφαλώς συμφωνούσαν οι κυβερνώντες, αλλά πλέον είχαν και την σφραγίδα της ΕΕ, μεγάλωσαν την δυσαρέσκεια προς την Ευρώπη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα βασικά ζητήματα που θέτουν μεσαίες και κατώτερες τάξεις στην Αγγλία είναι η διαλυτική κατάσταση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, λόγω των ευρωπαϊκών ντιρεκτίβων. Η διάλυση ξεκίνησε βέβαια από τη Θάτσερ, αλλά φαίνεται ότι σήμερα η κατάσταση ποτέ δεν ήταν χειρότερη.
Έτσι, ενισχύονται φωνές για μια άλλη παράλληλη πορεία, για εμπορικές προσεγγίσεις με την Κίνα, για μια αντιμετώπιση της γερμανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Φυσικά, δεν είναι οι μόνοι που έχουν τέτοιες αναζητήσεις και οι συγκρούσεις και οι αντιθέσεις μεταξύ αυτών που ψάχνουν εναγωνίως ζωτικό χώρο ολοένα και οξύνονται.

Το δημοψήφισμα, ένα συζητήσιμο πολιτικό εργαλείο


Η νέα συμφωνία της Αγγλίας με την ΕΕ τον Φλεβάρη του 2016 δεν έφερε κάτι καινούργιο στους γενικούς προσανατολισμούς. Μπορεί να επιβεβαιώθηκε απ’ την μια η «ειδική σχέση» μεταξύ των δυο μερών, δηλαδή οι εξαιρέσεις της Αγγλίας από μια σειρά πολιτικές, αλλά απ’ την άλλη, η Αγγλία δεν κατάφερε να γίνουν δεκτές προτάσεις που να περιορίζουν δραστικά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς απ’ το να ασκήσουν την πολιτική που επιβάλλουν αυτήν την στιγμή οι Γερμανοί και οι πιο στενοί σύμμαχοί τους, δηλαδή δεν κατάφερε να πετύχει την βασική εξαίρεση.
Η κυβέρνηση της Αγγλίας προώθησε τη διενέργεια δημοψηφίσματος πριν ακόμα ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις, ουσιαστικά για να δείξει πόσο σημαντική θεωρεί την επιτυχίας τους, χρησιμοποιώντας ένα όπλο που επικοινωνιακά θεωρείται πολύ ισχυρό, πολιτικά όμως είναι παρωχημένο. Τα δημοψηφίσματα είναι μια διαδικασία αμφιλεγόμενης πολιτικής χρησιμότητας και πολιτικού βάρους. Και τούτο διότι οι τελικές αποφάσεις παίρνονται απ’ την κυβέρνηση, γιατί το αποτέλεσμά τους επιδέχεται πολλές ερμηνείες, αλλά και ο τρόπος που θα ερμηνευτεί επίσης εναπόκειται στην κυβέρνηση, που σχεδόν πάντα κρατάει και το μαχαίρι και το καρπούζι.
Το ερώτημα του αγγλικού δημοψηφίσματος είναι βέβαια καθαρό, όχι όπως σε αυτό της Ελλάδας το 2015: Μέσα ή έξω από την ΕΕ; Εδώ μερικοί έχουν σκεφτεί ότι αφού η Αγγλία είναι ούτως ή άλλως με το ένα πόδι μέσα και με το ένα έξω απ’ την  ΕΕ, πρόκειται για μια, όπως λέγεται, win-win κατάσταση για το αγγλικό κεφάλαιο, το οποίο προκήρυξε το δημοψήφισμα για κερδοσκοπικούς χρηματιστηριακούς λόγους. Η άποψη αυτή χάνει σε μια σειρά βασικών παραμέτρων.
Το αποτέλεσμα όμως, κλείνοντας την παρένθεση, δεν θα είναι καθαρό. Ακόμα και να επικρατήσει το «μπρέξιτ», και το «μπρέξιτ» να μεταφραστεί πράγματι σε αποσύνδεση από την ΕΕ, η έξοδος της χώρας με θεσμικό τρόπο, όπως τονίζουν με ένα καταιγισμό δημοσιεύσεων και αναδημοσιεύσεων διάφοροι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, είναι μια διαδικασία που κρατάει χρόνια. Δηλαδή χρόνος εντός του οποίου μέχρι και αναθεώρηση της απόφασης μπορεί να γίνει με νέο δημοψήφισμα (παλιά μου τέχνη κόσκινο για κυβερνήσεις της ΕΕ) ή ακόμα και ακύρωση αυτής, χωρίς δημοψήφισμα, εάν οι νέες διαπραγματεύσεις (που αναγκαστικά θα ακολουθήσουν) προσθέσουν νέα δεδομένα. Ειδικά στην Αγγλία, η Αριστερά σήμερα είναι η τελευταία που έχει τις δυνατότητες να ελέγξει την πορεία των πραγμάτων μετά το τελικό αποτέλεσμα. Και φυσικά τις συνέπειες αυτού.
Το δημοψήφισμα λοιπόν είναι ένα χαρτί που, όπως θα δούμε, εμπεριέχει κάποιο ρίσκο και το οποίο παίζει η βρετανική αστική τάξη για να πιέσει την ΕΕ. Έχει πολλά στοιχεία για να χαρακτηριστεί μπλόφα, και ο βασικός λόγος είναι ότι προωθήθηκε απ’ την ίδια την κυβέρνηση των Συντηρητικών, η οποία ασφαλώς αυτήν την στιγμή βλέπει το μέλλον της Αγγλίας μέσα-και όχι έξω-από την ΕΕ.
Το ρίσκο που εμπεριέχει το δημοψήφισμα δεν είναι να μην γίνει δεκτή η μπλόφα, κάτι που άλλωστε ήταν αναμενόμενο από πολλούς που κατανοούν την κατάσταση στην Αγγλία και το βάθος της σύνδεσής της με την ΕΕ, γεγονός που επιβεβαιώθηκε απ’ τις δηλώσεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αλλά στο να συνδυαστεί η μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια για τις πολιτικές της ΕΕ με τις αντιδράσεις από μερίδες της Αστικής Τάξης. Που φυσικά δεν ξεχνάει ότι είναι ιμπεριαλιστική, αλλά βλέπει τη δυνατότητά της να ασκεί αυτόνομη πολιτική να μειώνεται συνεχώς, και τίποτα να μην δείχνει ότι η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί χωρίς συνταρακτικά γεγονότα. Αυτές είναι οι «αυτοκρατορικές τάσεις» και η «επιστροφή στα παλιά καλά χρόνια» για τα οποία κατηγορούνε οι φιλοευρωπαϊστές τα στελέχη των Τόρυδων και διάφορους οικονομικούς παράγοντες (πχ τον Μέρντοχ) που επέλεξαν να συνταχθούν με το «μπρέξιτ».
Ο Συντηρητικός πρώην δήμαρχος Λονδίνου Μπ.Τζόνσον
Τι ήθελε λοιπόν η κυβέρνηση; Προφανώς, να επικρατήσει το «ρημέιν» και να καταγραφεί μια γερή δυσαρέσκεια-μήνυμα σε Βερολίνο και Παρίσι, για τις μελλοντικές συμφωνίες. Όμως τα πράγματα δεν κύλησαν ομαλά. Το συντηρητικό στρατόπεδο διασπάστηκε, οι κεντρώοι Εργατικοί, βλέποντας ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης να τάσσεται με το «μπρέξιτ», ακολούθησαν διστακτικά τον Κάμερον (και ο ηγέτης τους Τζέρεμι Κόρμπιν κατηγορήθηκε γι’ αυτό), ο ξενοφοβικός αντιδραστικός λόγος που προσωποποιείται στο UKIP του Φάρατζ (που σημειωτέον στοχοποιεί και τους μετανάστες από χώρες της ΕΕ) φαίνεται να κερδίζει σημαντικό πολιτικό έδαφος, συντασσόμενος με τα πιο αντιδραστικά κομμάτια της αστικής τάξης, και τα κατώτερα λαϊκά στρώματα που έχουν επωμιστεί όλες τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης να βρίσκουν μια ευκαιρία να εκφραστεί (όπως εκφραστεί) η διαμαρτυρία.
Δυο εβδομάδες πριν τις εκλογές, οι πλειοψηφία των δημοσκόπων έδειχνε τάση επικράτησης του «μπρέξιτ». Οι δημοσκοπήσεις είναι δημοσκοπήσεις, άλλοτε έγκυρες, άλλοτε εκτός τόπου και χρόνου και άλλοτε στημένες. Όμως το κλίμα, μέχρι τη δολοφονία της Κοξ, ήταν βαρύ για τους φιλο-ΕΕ. Προμηνυόταν «ατύχημα». Ο Μπάρακ Ομπάμα, ο τελευταίος που θα επιθυμούσε μια πιο ανεξάρτητη πορεία της Βρετανίας, έκανε δηλώσεις για την παραμονή, όπως άλλωστε και όλοι οι ανώτατοι αξιωματούχοι και πρωθυπουργοί της ΕΕ. Ο ευρωπαϊκός οργανισμός έχει συγκαλέσει σύνοδο κορυφής αμέσως μετά το δημοψήφισμα και, σύμφωνα με όσα γράφτηκαν στον Τύπο, πυρετώδεις διαβουλεύσεις στα θεσμικά κέντρα της ΕΕ, απόρρητες στους δημοσιογράφους, διαδέχονται η μια την άλλη. Και τότε δολοφονήθηκε η Τζο Κόξ, η βουλευτίνα των Εργατικών και δραστήρια υπέρμαχος του «ρημέιν», από ένα νεοφασίστα.

Η δολοφονία της Τζο Κοξ.


Για τη δολοφονία αυτή αμέσως βγήκαν δυο θεωρίες. Η «πολιτική» και η «μισό πολιτική-μισό κοινωνική». Η πρώτη λέει ότι δεν πρέπει να αποκλείεται η ανάμιξη των μυστικών υπηρεσιών ή άλλου παράκεντρου εξουσίας, που βλέποντας την τροπή των πραγμάτων δεν δίστασαν να θυσιάσουν μια δεύτερης γραμμής βουλευτίνα ώστε να προβληθεί η εικόνα «λούμπεν νεοφασίστας οπαδός της εξόδου σκοτώνει οπαδό της παραμονής με φιλανθρωπικό έργο» και να γίνει ένα βήμα για αντιστροφή του κλίματος. Η θεωρία αυτή στηρίζεται σε τρία γερά επιχειρήματα: ότι τέτοιου είδους ενέργειες πάντα ήταν και πάντα θα είναι στο ρεπερτόριο της άρχουσας τάξης, με εκατοντάδες παραδείγματα απ’ όλες τις εποχές και απ’ όλες τις χώρες: Το προφίλ του δράστη, δηλαδή του περιθωριακού με ακροδεξιές ιδέες, είναι το κλασικό τέτοιων περιστατικών: η παρακρατική φύση των νεοφασιστικών οργανώσεων σαν αυτές που σχετιζόταν ο δράστης.
Οι αρχές πάντως μέχρι σήμερα δίνουν πληροφορίες με το σταγονόμετρο οι οποίες δείχνουν να συνηγορούν προς τη δεύτερη θεωρία.
Κάμερον και Κόρμπιν στην κηδεία της Κοξ
Η δεύτερη θεωρία, που σαφώς περιορίζει το πεδίο έρευνας και από την οποία εξάγονται μόνο γενικά πολιτικά συμπεράσματα, βασίζεται επίσης στο προφίλ του δράστη, αλλά και σε σημάδια της συγκυρίας, των καιρών μας όπως θα έλεγε και ένας γηραιότερος: Ένας ψυχοπαθής (η τέλος πάντων με ψυχολογικά προβλήματα), περιθωριακός, οπαδός νεοφασιστικών οργανώσεων, επηρεασμένος από το κήρυγμα μίσους των τέτοιου είδους οργανώσεων και από την ένταση και τον διχασμό της προεκλογικής εκστρατείας (αν και ως εκτίμηση αυτή ελέγχεται) , έδρασε μεμονωμένα, δολοφονώντας έναν άνθρωπο που συγκέντρωνε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να γίνει το θύμα του. Ήταν γυναίκα, ήταν πολιτικός αντίπαλος (γενικά και ειδικά), ήταν μέρος του κατεστημένου, συμμετείχε σε δράσεις  για τους πρόσφυγες. Και το φονικό έγινε σε μια συγκυρία στην οποία έχουν πολλαπλασιαστεί οι επιθέσεις μίσους, όπως έχουν ονομαστεί, με πιο πρόσφατη τη σφαγή των θαμώνων του γκέυ-κλαμπ στο Ορλάντο της Αμερικής. Πιο προχωρημένες απόψεις εξάγουν συμπεράσματα για την άνοδο της ακροδεξιάς και τη φασιστικοποίηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, όμως το έγκλημα αυτό δεν εντάσσεται σε μια οργανωμένη καμπάνια τρομοκράτησης, σαν αυτή που οδήγησε, για παράδειγμα, στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα που διαδέχτηκε προηγούμενες επιθέσεις, όπως στο Π.Α.ΜΕ.
Όμως, ό,τι και να ισχύει, το έγκλημα αυτό είναι μια κλασική προβοκάτσια. Είναι μια σκοτεινή πράξη που έγινε εν μέσω πολιτικής αντιπαράθεσης και παρήγαγε πολιτικό αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αύριο θα περιέχει και αυτό.

Ο λεγόμενος ευρωσκεπτικισμός

Μια από τις αφίσες του UKIP
Ποια η στάση τώρα των πολιτικών δυνάμεων στην Αγγλία όσον αφορά το δημοψήφισμα και τις ευρύτερες εξελιξεις; Οι πολιτικές δυνάμεις που πλαισιώνουν το «Brexit» και το «Βremain» δεν είναι ούτε ενιαίες ούτε έχουν σχηματίσει διακριτά μέτωπα. Όσον αφορά το Βrexit είναι αλήθεια ότι η κυρίαρχη αυτή τη στιγμή πολιτική τάση που το πλαισιώνει είναι δυνάμεις και κόμματα εθνικιστικά και ακροδεξιά. (UK Independence Party -UKIP κ.α) με ρητορεία που προβάλλει σαφώς ξενοφοβικά και ρατσιστικά μηνύματα ως βιτρίνα της πολιτικής καμπάνιας, ταυτόχρονα όμως, και αυτό είναι το κυρίαρχο, προπαγανδίζει την αναγκαιότητα η Μεγάλη Βρετανία να επανακτήσει πλήρως τον έλεγχο, βγαίνοντας από την απειλούμενη ηγεμονία της Γερμανίας μέσω ΕΕ, που την περιορίζει.
Η κυριαρχία αυτή της κατεύθυνσης του Βrexit έχει να κάνει με τον πολιτικό χώρο που δόθηκε στα εθνικιστικά κόμματα, και φαίνεται ότι αυτή η τάση τείνει να παίρνει παρόμοιες-όχι ταυτόσημες- διαστάσεις με την άνοδο του εθνικισμού και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο χώρος αυτός δόθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό απο διάφορα κομμάτια της λεγόμενης Αριστεράς στην Ε.Ε, είτε στη σοσιαλδημοκρατική είτε στην ευρωκομμουνιστική παραλλαγή της,  με το πολιτικό κενό που αφήσαν:  εδώ και δεκαετίες προσπαθούν να πείσουν τους εργαζόμενους στις χώρες τους, αλλά και διεθνώς ότι η  ΕΕ (ίσως μια «άλλη ΕΕ», όπως λένε) είναι η Γη της Επαγγελίας για χάρη της οποίας μπορούν να καταστρατηγούνται εργασιακά, πολιτικά κοινωνικά δικαιώματα και κατακτήσεις.
Η ύφεση και τα αποτελέσματα που δεν ήρθαν για το κεφάλαιο ως δια μαγείας, ούτε ως μάννα εξ ουρανού, οδήγησαν σε περαιτέρω αγανάκτηση τους εργαζόμενους στην ΕΕ, για τις κυβερνήσεις των χωρών και ευρύτερα για την ΕΕ, που τελικά δεν είναι το κοινό σπίτι μας ούτε λειτουργεί προς όφελος μας. Η στάση λοιπόν των διαφόρων κομματιών της Αριστεράς στην Ευρώπη (η ελληνική Αριστερά, χωρίς να είναι βέβαια ενιαία, διαφοροποιείται και δεν μπαίνει μέσα στο κάδρο, με εξαίρεση φυσικά τον ΣύΡιζΑ) είναι αυτή που εγκατάλειψε την όποια πολεμική εναντίον της διάλυσης ενος ιμπεριαλιστικού μηχανισμού όπως η ΕΕ αφήνοντας χώρο για τις εθνικιστικές και ακροδεξιές φωνές.
Ο λεγόμενος λοιπόν ευρωσκεπτικισμός ως κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα αυτή τη στιγμή κατα βάση έχει τη δυναμικη του στον  εθνικιστικό χώρο. Το μεταναστευτικό είναι μια από τις βιτρίνες του, η οποία στήθηκε από τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές που ακολουθεί εδώ και χρόνια η ΕΕ, αλλά ιδίως αυτόν τον καιρό, από πίσω όμως είναι η υλική και πολιτική διάσταση που συνδέεται με το ποια τελικά θα είναι η εξέλιξη της ΕΕ: θα παραμείνει ως έχει, με κίνδυνο να ξεσπάσουν φυγόκεντρες τάσεις που θα οδηγήσουν στη διάλυση ή θα μετεξελιχθεί σε μια κρατική οντότητα (οπου φυσικά οι λεγόμενες ιμπεριαλιστικές χώρες θα έχουν τον κυριαρχο ρόλο) με ενιαια πολιτική, οικονομική οργάνωση πάνω απο τα κράτη-μέλη και φυσικά με κράτη-μέλη φτωχές επαρχίες;   Αυτό είναι και το ζουμί γύρω απο το οποίο εξελίσσονται με γοργούς ρυθμούς οι πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Και φυσικά δεν είναι μόνο το Brexit. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι αυτή τη στιγμή στη Γαλλία (που δεν είναι Ελλάδα) η εργασιακή μεταρρύθμιση που έχει βγάλει τον εργαζόμενο λαό έξω στους δρόμους, δεν θα περαστεί προς έγκριση από το γαλλικό κοινοβούλιο (« Η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στην υιοθέτηση του σχεδίου νόμου για την μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων χωρίς να το θέσει σε ψηφοφορία την Εθνοσυνέλευση», ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Μανουέλ Βαλς) ,αλλά μέσω του προέδρου της δημοκρατίας. Όλο εκπτώσεις κάνει η δημοκρατία στην Ευρώπη, μπροστά στον κίνδυνο να μπλοκαριστεί η πολιτική της! Και που όλα αυτά; Στη Γαλλία, μια απο τις ισχυρές χώρες της ΕΕ, που δεν έχει μνημόνιο όπως η εξαρτημένη Ελλάδα, αλλά ευθυγραμμίζεται και εν πολλοίς συνδιαμορφώνει την πολιτική γραμμή της ΕΕ.
Για όσους αναρωτιούνται τι μέλλει γεννέσθαι, τα πράγματα, όπως βλέπουμε, έχουν φτάσει σε ένα σημείο καμπής. Η ΕΕ για να συνεχίσει να υπάρχει με μια μορφή που θα καθορίζει τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, πρέπει να μετεξελιχθεί σε μια στενότερη ένωση, σύμφωνα με τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών της. Αν δεν μετεξελιχθεί σε κάτι πιο συμπαγές κινδυνεύει είτε να αποδυναμωθεί περαιτέρω είτε να διαλυθεί. Αυτό είναι το επίδικο για την ΕΕ. Η ουσία όλης της συζήτησης. Ποια είναι όμως αυτά τα συμφέροντα; Είναι ενιαία; Το δημοψήφισμα στην Αγγλία αποδεικνύει ότι οι αντιθέσεις δεν ξεπερνιούνται, ενίοτε δε προβάλλονται σε πρώτο πλάνο.


Συντάκτες: Μιχάλης Ππ και Μαρία Π 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου