Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

"Ποιος ήταν ο Χουλιάν Γκριμάου";

Αλεχάντρο Ρεβόγιο και Χουλιάν Γκριμάου

Η συνάντηση δυο διαφορετικών ανθρώπων





Ο Αλεχάντρο Ρεβόγιο Άλβαρεζ Αμαντί

 

Ο Αλεχάντρο Ρεβόγιο Άλβαρεζ Αμαντί γεννήθηκε το 1934 στη Μαδρίτη. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο του Οβιέδο και πήρε το πτυχίο του το 1956. Στη συνέχεια, έγινε αξιωματικός του (φρανκικού) στρατού, φτάνοντας στο βαθμό του λοχαγού. Το 1973 έγινε διευθυντής στους κρατικούς σιδηρόδρομους και, μετά την πτώση της δικτατορίας, το 1977 διορίστηκε διευθυντής στην ταχυδρομική υπηρεσία της Ισπανίας. Την δεκαετία του '80 διετέλεσε γραμματέας ή διευθυντής σε διάφορες κρατικές εταιρίες, ενώ παράλληλα ήταν στέλεχος του κεντροδεξιάς φιλομοναρχικής Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου (UDC) που κέρδισε τις πρώτες δυο μεταδικτατορικές εκλογές. Ο ίδιος ήταν προσωπικός φίλος του βασιλιά Χουάν Κάρλος και υπήρξε δραστήριος Καθολικός για όλη του τη ζωή. Έκανε πέντε παιδιά και τελικά πέθανε στις 11 Μαρτίου 2015, χτυπημένος από το αλτσχάιμερ.
Ένας κλασικός μεσοαστός ήταν που προσαρμόστηκε στις καταστάσεις. Δεν είχε πρόβλημα με τη Χούντα, αλλά ούτε και αργότερα με τη Δημοκρατία. Ό,τι έκανε στη ζωή του το έκαναν και χιλιάδες άλλοι Ισπανοί, εκτός από ένα πράγμα: Υπερασπίστηκε ως δικηγόρος στο στρατοδικείο, το στέλεχος του ΚΚ Ισπανίας Χουλιάν Γκριμάου, στην πιο πολυσυζητημένη-και σύντομη-δίκη της ισπανικής ιστορίας.

Ο Χουλιάν Γκριμάου Γκαρσία

 

¨Προέχει η νίκη στον πόλεμο".
Οι αναρχικοί όμως δεν το βλέπανε ακριβώς έτσι.
Ο Χουλιάν Γκριμάου γεννήθηκε πολύ πιο πριν, το 1911, επίσης στη Μαδρίτη. Ήταν γιος του Ενρίκε Γκριμάου, αστυνομικού στη Βαρκελώνη, απ' όπου παραιτήθηκε διαφωνώντας με τη δικτατορία του Πρίμο Ντε Ριβέρα. Με νομικές σπουδές, όπως ο Ρεβόγιο, έγινε αστυνομικός στην ίδια πόλη, όπως ο πατέρας του, στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά υπηρετώντας τη ρεπουμπλικάνικη κυβέρνηση ως μέλος πλέον του ΚΚ Ισπανίας. Συγκεκριμένα ασχολήθηκε με την καταστολή των πρακτόρων της φασιστικής Πέμπτης Φάλαγγας στις περιοχές που έλεγχαν οι δημοκρατικοί, αρχικά στη Μαδρίτη, μετά στη Βαλένθια και τέλος στη Βαρκελώνη. Στην τελευταία άνοιξε λογαριασμούς και με τους αναρχοσυνδικαλιστές, οι οποίοι στασίασαν κόντρα στην κυβέρνηση, ειδικά όμως με τους τροτσκιστές, με αφορμή την δολοφονία από αυτούς ενός αξιωματικού των Διεθνών Ταξιαρχιών, του Πολωνού Λεόν Νάρβιτς.
Μετά την ήττα των Δημοκρατικών το 1939 κατέφυγε αρχικά στη Γαλλία, μαζί με τον πατέρα του. Η γυναίκα του και το παιδί του πέθαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ξαναπαντρεύτηκε αργότερα και έκανε δυο κόρες. Το 1957 έγινε μέλος της κεντρικής επιτροπής του κόμματος και το 1959 ορίστηκε υπεύθυνος των παράνομων οργανώσεων στην Ισπανία, για να αντικαταστήσει τον συλληφθέντα Σιμόν Σάντσεζ Μοντέρο, με κεντρική κατεύθυνση να οργανώσει απεργίες και να διατηρήσει επαφές με άλλα αντιφασιστικά κόμματα, σύμφωνα με τη νέα πολιτική του ΚΚΙ για σύμπηξη συμμαχίας με όποιον αντιτίθεται-πλήρως ή μερικώς-στον Φράνκο, ακόμα και στα λόγια, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και των οπαδών της μοναρχίας.
Για τον σκοπό αυτό μπαινόβγαινε στην Ισπανία μυστικά από τα γαλλικά σύνορα, μέχρι που το 1961 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μαδρίτη, σε συνθήκες απόλυτης παρανομίας. Ανέλαβε την καθοδήγηση του παράνομου μηχανισμού του κόμματος, σε συνεργασία με τα εκεί εναπομείναντα στελέχη Χόρχε Σεμπρούν (ο μετέπειτα σεναριογράφος της ταινίας "Ζ" του Κώστα Γαβρά) και Φρανσίσκο Ρομέρο. Το έργο που καλούνταν να επιτελέσει ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, διότι τότε άρχισαν δειλά-δειλά-μετά τη συντριβή του 1939-οι πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις και να οργανώνεται μια κάποια αντίσταση στο Φρανκικό καθεστώς. Δεδομένου δε και του ρόλου που είχε στον Εμφύλιο, ο Χουλιάν Γκριμάου ήταν ο νούμερο ένα καταζητούμενος τον καιρό εκείνο από την αστυνομία.

Ο Γκριμάου (τρίτος από αριστερά) με την Πασιονάρα στην εξορία

Η σύλληψη του Γκριμάου

 

Τη νύχτα της 7ης Νοέμβρη 1962 ο Γκριμάου συνελήφθη μέσα σε ένα αστικό λεωφορείο, όπου ταξίδευε με άλλους δυο επιβάτες, πράκτορες-όπως αποδείχτηκε- της Πολιτικής Αστυνομίας του Φράνκο. Αν και οι συνομωτικοί κανόνες του υπαγόρευαν στις βραδυνές συναντήσεις να πηγαίνει με ταξί, την μέρα εκείνη ξεχάστηκε. Τον είχε καρφώσει, είπανε, ένα άλλο μέλος του κόμματος με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Ο Χόρχε Σεμπρούν όμως δίνει μια άλλη εκδοχή, ότι ποτέ δεν τηρούσε σωστά τους κανόνες και απλά τον εντόπισαν και τον ακολούθησαν χωρίς να ξέρουν ποιος ακριβώς είναι, ότι δεν τον κάρφωσε δηλαδή κανείς. Γι' αυτό και όταν τον πιάσανε οι δυο πράκτορες, περιμένανε αρκετή ώρα να έρθει περιπολικό να τον πάρει.
Μεταφέρθηκε στη Γενική Ασφάλεια της Μαδρίτης, όπου δήλωσε μόνο το όνομά του και την ιδιότητά του: μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας. Έχει βγει ένα τραγούδι για την στάση του στις ανακρίσεις που λέγεται "Ντεκλαρασιόν" (Declaracion, Δήλωση). Μπορεί κάποιος να το ακούσει στη διεύθυνση https://www.youtube.com/watch?v=a610ONJjbyY:


Yo declaro

- y es la pura verdad – 

Que soy miembro del partido comunista.



No diré una palabra más…



Yo declaro

Que me encuentro en Madrid

Para cumplir mi deber de comunista.



No diré una palabra más… 
(μτφρ. Δηλώνω, είναι αλήθεια, ότι είμαι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Δεν θα πω άλλη κουβέντα.... Δηλώνω πως βρίσκομαι στην Μαδρίτη για να εκπληρώσω το καθήκον μου ως κομμουνιστής. Δεν θα πω άλλη κουβέντα... )
Η πλαστή ταυτότητα και η δήλωση του Γκριμάου
Στην Ασφάλεια βασανίστηκε άγρια. Οι ασφαλίτες νόμιζαν ότι από τα χτυπήματα θα πέθαινε και τον πέταξαν από ένα παράθυρο του δευτέρου ορόφου για να φανεί-τουλάχιστον-ως αυτοκτονία ο θάνατος του. Όμως αυτός επέζησε. Έσπασε το κεφάλι του και τα χέρια του και μεταφέρθηκε σε ένα νοσοκομείο, το οποίο εκκενώθηκε αμέσως από όλους τους ασθενείς, και τέθηκε υπό αυστηρή φρούρηση. Οι ανακρίσεις, όταν συνήλθε, συνεχίστηκαν εκεί και του δόθηκε από τον ανακριτή συνταγματάρχη Ενρίκε Εϋμάρ να υπογράψει μια δαχτυλογραφημένη ομολογία. Ο Γκριμάου αρνήθηκε και τελικά του ζητήσανε να υπογράψει την ίδια δήλωση που έκανε όταν συνελήφθη, αυτή ακριβώς που αναφέρεται στους στίχους του τραγουδιού. Αμέσως μόλις υπέγραψε ρώτησε τον Εϋμάρ αν θα κάνει νέα εγχείρηση στο δεξί καρπό και ο Εϋμάρ του απάντησε "Για τον λίγο χρόνο που σου μένει ακόμα να ζήσεις, δεν αξίζει τον κόπο να κάνεις κι' άλλες εγχειρήσεις". Λίγες μέρες μετά επέστρεψε στη φυλακή και παραπέμφτηκε σε δίκη. Ενδιάμεσα, σε μια επίδειξη σαδισμού, τον δίκασαν και για "απόπειρα αυτοκτονίας".
Στην αρχή, δικηγόρος του Γκριμάου ήταν ένας Αμαντίνο Ροντρίγκεζ Αρμάντα, που κρυφά συμπαθούσε το ΚΚΙ. Δεν είχε και πολλά να κάνει, απλά του έκανε παρέα, μια και απαγορευόταν να δει οποιονδήποτε άλλον στο νοσοκομείο. Με την παραπομπή του στο στρατοδικείο ο νόμος επίτασσε η υπεράσπισή του να γίνει από έναν στρατιωτικό. Αυτός ήταν ο λοχαγός Αλεχάντρο Ρεβόγιο.

Η δίκη του Γκριμάου

 

Ο Ρεβόγιο ήταν μόλις 29 χρονών. Ο ίδιος, αρκετά χρόνια μετά, δήλωσε ότι αποδέχτηκε τον διορισμό του για να "κάνει το καθήκον του ως στρατιωτικός, δικηγόρος και χριστιανός". Γι' αυτόν δεν ήταν μια εύκολη απόφαση, από την στιγμή μάλιστα που είχε σκοπό να υπερασπίσει πραγματικά τον Γκριμάου και όχι να συμμετάσχει τυπικά σε μια στημένη δίκη που στόχευε να εξοντώσει τον πελάτη του. Η δίκη αποδείχτηκε τέτοια φάρσα, ακόμα και στα διαδικαστικά, που ο στρατοδίκης δεν κατείχε καν νομικό τίτλο! Ο Μανουέλ Φερνάντεζ Μαρτίν, έτσι λεγόταν, είχε παρακολουθήσει το πρώτο έτος της νομικής, όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος και στρατολογήθηκε στους φρανκιστές. Δήλωσε ότι πήρε κανονικά το πτυχίο, αλλά κάηκε. Λίγο μετά την δίκη, ο στρατός "ανακάλυψε" την απάτη, τον απέβαλε από τις τάξεις του και ο δήθεν στρατοδίκης έφαγε 18 μήνες φυλακή για εξαπάτηση. Κάτω από το βάρος, βεβαίως, του μεγάλου νομικού σκανδάλου και της διεθνούς καταδίκης της χώρας.
Τον Γενάρη του 1963 ο Φράνκο ξεκίνησε την εκστρατεία προετοιμασίας του ισπανικού λαού για το προαποφασισμένο αποτέλεσμα της δίκης. Ο Τύπος, με ενορχηστρωτή τον υπουργό τουρισμού και προπαγάνδας Μανουέλ Φράγκα (μετέπειτα προέδρου του κυβερνώντος σήμερα Λαϊκού Κόμματος), δημοσίευε αναλύσεις και μαρτυρίες φρανκιστών για τα "φριχτά εγκλήματα" του Γκριμάου κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Στις μαρτυρίες αυτές, που θυμίζανε στο ύφος τα αντίστοιχα "εγκλήματα υπό των συμμοριτών" που προπαγάνδιζε ο ελληνικός στρατός μετεμφυλιακά, προστέθηκαν και των αναρχικών και τροτσκιστών που του το φυλάγανε από τα γεγονότα της Βαρκελώνης, και οι οποίοι τον κατηγορούσαν ως αιμοσταγή πράκτορα της Γκε.Πε.Ού. (GPU: η πολιτική αστυνομία της ΕΣΣΔ τη δεκαετία του '30).
Οι κατηγορίες που βάραιναν το Γκριμάου ήταν το αδίκημα της "ένοπλης εξέγερσης", βάσει ενός νόμου που τέθηκε σε εφαρμογή το 1938 για την εξουδετέρωση των δημοκρατικών και προέβλεπε την ποινή του θανάτου για όποιον κρίνανε ένοχο, και γενικά η δράση του στον Ισπανικό Εμφύλιο. Όχι, δηλαδή, η μεταγενέστερη παράνομη δράση του, για την οποία προβλεπόταν απλή-αλλά πολυετής-φυλάκιση.
Διαδήλωση υπέρ του Γκριμάου
Ο Γκριμάου φαίνεται ότι δεν ήταν σε θέση να παρέμβει πολιτικά στη δίκη του. Και όποτε το επιχειρούσε τον σταματούσαν. Δεν υπάρχουν αναφορές για την απολογία του στη δίκη, η οποία σημειωτέον ήταν ανοιχτή για τους δημοσιογράφους. Έτσι όλο το βάρος έπεσε στον Αλεχάντρο Ρεβόγιο, ο οποίος, τελικά, ήταν ο μόνος νομικός στο δικαστήριο. Ο Ρεβόγιο πίστεψε ότι η υπεράσπιση ήταν εφικτή και με πολλές πιθανότητες επιτυχίας, ακριβώς γιατί το κατηγορητήριο ήταν διαβλητό. Επέλεξε να υιοθετήσει τεχνοκρατική τακτική. Καταρχήν ανέδειξε ότι το βασικό αδίκημα για το οποίο παραπέμφτηκε, μετά από εικοσιπέντε χρόνια, είχε παραγραφεί, σύμφωνα με τους νόμους που ίσχυαν τότε στη χώρα. Τόνισε δε ότι ακόμα και έτσι, ο Γκριμάου υπηρετούσε μια νόμιμη κυβέρνηση, την ρεπουμπλικάνικη, άρα για ποια "εξέγερση" μιλούσαν; Βασίστηκε επίσης στο γεγονός, όπως είπε και ο ίδιος αργότερα, ότι οι "μάρτυρες" δεν ήταν στην πραγματικότητα μάρτυρες. Αναπαρήγαγαν τα δημοσιεύματα του Τύπου και αυτά που άκουσαν από τρίτους. Οι κατηγορίες για τη δράση του ως επικεφαλής της Ποινικής Αστυνομίας (Policia Criminal) δεν αποδείχτηκαν στο δικαστήριο.
Μετά από πέντε (!) μόνο ώρες που κράτησε η δίκη, ανακοινώθηκε η καταδίκη σε θάνατο του Χουλιάν Γκριμάου. Ήταν 18 Απρίλη 1963. Ο Ρεβόγιο θυμάται ότι ο Γκριμάου έμεινε ατάραχος στο άκουσμα της απόφασης. "Μόνο τα αυτιά του λίγο κοκκίνησαν",
Το κίνημα αλληλεγγύης σ' όλον τον κόσμο ήταν τεράστιο. Διαδηλώσεις ξεκίνησαν σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, και ειδικά στη Γαλλία όπου βρίσκονταν οι περισσότεροι Ισπανοί πολιτικοί πρόσφυγες. Επεισόδια σημειώθηκαν στις πρεσβείες και στα προξενεία της Ισπανίας και στον Φράνκο κατέφτασαν 800.000 τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας. Μεταξύ αυτών του Βίλυ Μπραντ, της βασίλισσας του Βελγίου, του Χάρολντ Γουίλσον, του Άλντο Μόρο ("η απόφαση δεν έχει σχέση με δικαιοσύνη, αλλά με εκδίκηση"), αλλά και του Πάπα Ιωάννη XXIII. Μία μέρα μετά τη δίκη, ο Νικήτας Χρουτσώφ απευθύνθηκε-για πρώτη φορά-στον ίδιο τον Φράνκο, υιοθετώντας ουσιαστικά την επιχειρηματολογία του Ρεβόγιο στο δικαστήριο, γράφοντάς του δηλαδή ότι:
"[...] Καμιά κρατική αναγκαιότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι 25 χρόνια μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου πολέμου μπορεί κανείς να δικαστεί με βάση τους νόμους της περιόδου του πολέμου. Με αίσθημα ανθρωπισμού Σας γράφω πεπεισμένος ότι θα αλλάξετε την απόφαση [...]"
Το τηλεγράφημα του σοβιετικού ηγέτη προκάλεσε αίσθηση διότι δεν περιείχε κάποια καταγγελία για το φασισμό ή και πολιτική υπεράσπιση του στελέχους των κομμουνιστών. Δεν διέφερε σε ύφος από αυτό του Πάπα που ζήτησε χριστιανική συγχώρεση. Ο Φράνκο του απάντησε:
"[...] Τα φριχτά εγκλήματα που διέπραξε, για τα οποία υπάρχουν αδιαμφισβήτητες αποδείξεις, και η συνεχιζόμενη ανατρεπτική του δράση μέχρι και την στιγμή της σύλληψής του, αποτρέπουν την απονομή χάριτος [...]"
Το τηλεγράφημα του Χρουτσώφ και η απάντηση του Φράνκο

Η εκτέλεση του Γκριμάου

Ο Γκριμάου τουφεκίστηκε στις 20 Απρίλη του 1963, στις πέντε τα χαράματα υπό το φως των προβολέων των καμιονιών. Στην αρχή το εκτελεστικό απόσπασμα ήταν να συγκροτηθεί από αστυνομικούς της Γκουάρντια Σιβίλ (Guardia Civil, η στρατοχωροφυλακή), όμως ο διοικητής τους αρνήθηκε. Στη συνέχεια, το υπουργείο αποφάσισε το  απόσπασμα να συγκροτηθεί από επαγγελματίες στρατιωτικούς, όμως ο φρούραρχος της Μαδρίτης επίσης αρνήθηκε. Τελικά ο Φράνκο διέταξε να πάρουν κληρωτούς στρατιώτες. Αυτοί πυροβόλησαν 27 σφαίρες, ο Γκριμάου όμως, και πάλι, δεν έλεγε να πεθάνει. Τότε ο αξιωματικός του αποσπάσματος του έριξε δυο σφαίρες στο κεφάλι με το πιστόλι. Ήταν η τελευταία εκτέλεση του Ισπανικού Εμφυλίου, αλλά όχι και η τελευταία πολιτική εκτέλεση της Χούντας.
Παρών στην εκτέλεση ήταν και ο Αλεχάντρο Ρεβόγιο. Πριν γίνει αυτή, ο Γκριμάου έδωσε ένα αυτόγραφο στο Ρεβόγιο, μια φωτογραφία του που έγραφε από πίσω "Στον λοχαγό κύριο Ρεβόγιο Άλβαρεζ Αμαντί με όλην την ευγνωμοσύνη μου και συμπάθεια. Ευχαριστώ πολύ για την υπεράσπισή σας. Με αληθινή εκτίμηση και σεβασμό. Χουλιάν Γκριμάου". Ο Ρεβόγιο τον κοίταξε αποσβολωμένος. Η νύχτα εκείνη τον σημάδεψε ψυχολογικά. Η δε έντιμη υπεράσπιση του πελάτη του τού δημιούργησε πολλά προβλήματα στον στρατό και μετά από λίγους μήνες παραιτήθηκε απ' αυτόν. Ο αξιωματικός που έριξε τη χαριστική βολή κλείστηκε μετά σε ψυχιατρική κλινική, εξαιτίας της δημοφιλίας του θύματός του. Ο Φρανσίσκο Φράνκο, τέλος, πέθανε στο κρεβάτι του στις 20 Νοέμβρη 1975.
Πριν όμως, στριμωγμένος από το πρωτοφανές κύμα συμπαράστασης, ο "Καουντίγιο" έσπευσε να δικαιολογηθεί:
"Για όλους ήταν οδυνηρό να εκτελεστεί η απόφαση του δικαστηρίου, αλλά ήταν καθήκον να γίνει. Συχνά μετατρέπονται ποινές όταν είναι μεγάλο το διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος. Όμως τώρα είχαμε μια ειδική περίπτωση, έναν εγκληματία αρχηγό της "Τσεκά" (σ.σ. εννοεί την αστυνομία των Δημοκρατικών) που δολοφόνησε ανελέητα με φριχτά βασανιστήρια πολλούς Ισπανούς των οποίων οι οικογένειες ζούνε και ζητούν δικαιοσύνη ενάντια στον σκληρό δολοφόνο των συγγενών τους. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή, παρά να επικυρώσουμε την απόφαση, και σ' αυτό όλο το Συμβούλιο ήταν σύμφωνο. 
Είναι αλήθεια ότι ο υπουργός εξωτερικών μίλησε ζητώντας να πάρουμε υπόψη την καμπάνια στο εξωτερικό κόντρα στη χώρα και σε μένα τον ίδιο. Απάντησα ότι αυτό θα ήταν άδικο και ατυχές, αλλά η εκπλήρωση του καθήκοντός μας μας υποχρεώνει να εκτελεστεί η απόφαση του δικαστηρίου. Δεν υπήρχε η παραμικρή διαφοροποίηση από τους υπουργούς, πολιτικούς ή στρατιωτικούς, όλοι συμφώνησαν."
Η εκτέλεση του Γκριμάου επιβράδυνε κάποιες πολιτικές εξελίξεις και άλλες τις επιτάχυνε. Επιβραδύνθηκε η μετάβαση σε μια ελεγχόμενη δημοκρατία εξαιτίας της υποταγής των πιο διαλλακτικών στοιχείων στο εσωτερικό της Χούντας στην απόφαση του Φράνκο. Όσοι δε ήλπιζαν σε ευρωπαϊκή βοήθεια βρέθηκαν μπροστά σε μια-πρόσκαιρη-ένταση της πολιτική απομόνωσης του καθεστώτος. Το ΚΚΙ, μετατοπισμένο από τη δεκαετία του '50 σε δεξιότερες θέσεις, και έχοντας εγκαταλείψει την ιδέα της επανάστασης, είδε το όραμα ενός μετώπου εθνικής σωτηρίας με τη συμμετοχή και αστικών δυνάμεων να καταρρέει, ειδικά όταν το 1969 ο Φράνκο όρισε ο ίδιος σαν διάδοχό του τον πρίγκηπα Χουάν Κάρλος. Οι πολιτικοί σύμμαχοί του πλέον ανέμεναν την μετάβαση. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο ξεπήδησαν στα μέσα της δεκαετίας του '60 και οι οργανώσεις που αντιστάθηκαν ένοπλα στον Φρανκισμό, η γνωστή βάσκικη ΕΤΑ και το (μαρξιστικό-λενινιστικό) FRΑΡ, το οποίο προερχόταν από το ΚΚΙ. Οι τελευταίοι που εκτελέστηκαν από το καθεστώς, δυο μήνες πριν το θάνατο του "Καουντίγιο", ήταν δυο και τρία, αντίστοιχα, μέλη των παραπάνω οργανώσεων.

-Δόξα στον Γκριμάου
 -Θάνατος στο δολοφόνο


2 σχόλια:

  1. Μου θύμισε μια ωραία ταινία-όχι για το Γκριμάου, αλλά για τη δράση των ισπανών κομμουνιστών μετά την επικράτηση των φασιστών, το The War is Over/La guerre est finie

    ΚωστΑν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν έχω δει την ταινία, αλλά από την παρουσίασή της νομίζω ότι αφορά τον Γκριμάου. Έμμεσα, αλλά εδώ σηκώνει πολύ κουβέντα.
      Σεναριογράφος είναι ο Χόρχε Σεμπρούν, που αναφέρω στο άρθρο. Αυτός, λίγο μετά την εκτέλεση του Γκριμάου έφυγε από το ΚΚΙ και κατήγγειλε και το γραμματέα του κόμματος Σαντιάγκο Καρίγιο ότι-μεταξύ άλλων- επίτηδες έστειλε τον Χουλιάν Γκριμάου στην Μαδρίτη για να τον πιάσουνε και να ξεφορτωθεί έτσι έναν πιθανό ανταγωνιστή του στην ηγεσία. Περίπου αυτά που ακούστηκαν από ορισμένους και στην Ελλάδα για το Ζαχαριάδη και τον Μπελογιάννη. Αλλη μια ομοιότητα στις δυο ιστορίες!
      Η ίντριγκα και η συνομωσία γοητεύει και τον κινηματογράφο αλλά και την επίσημη ιστορία, ειδικά αν πρόκειται για αντιπάλους (πχ κομμουνιστικά κόμματα). Ανεξάρτητα όμως από την πολιτική του Καρίγιο (και γενικά του ΚΚΙ από το '50 και μετά), προφανώς όταν ένα κόμμα έχει την ηγεσία του εξόριστη το πρώτο πράγμα που σκέφτεται είναι να στείλει παράνομα κάποιο εξόριστο ανώτερο στέλεχος να καθοδηγήσει την πολιτική του στο εσωτερικό. Αλλιώς παραιτείται, αυτό δε λέει η πολιτική λογική; Και προφανώς το ρίσκο είναι τεράστιο για αυτόν που μπαίνει κρυφά.
      Δεν είναι εντελώς απίθανο φυσικά να έχει δίκιο ο Σεμπρούν στις εκτιμήσεις του. Και αυτά μπορεί να συμβούν. Πάντως ίντριγκα ίσως υπάρχει και στο πώς και ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό, αν και πρώην μέλος της κεντρικής επιτροπής, αν και υπεύθυνος παράνομων οργανώσεων για πολλά χρόνια, αν και διαγραμμένος, χωρίς κομματικό μηχανισμό να τον στηρίζει δηλαδή.
      Θα την ψάξω την ταινία.

      Διαγραφή